22_03_27

Τα Χαρακτηριστικά του Δράστη και του Αποδέκτη Σχολικού Εκφοβισμού

Τέτοια χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές δε σημαίνει ότι προϋπάρχουν αλλά μπορεί να αναπτυχθούν εξαιτίας της σχολικής βίας. Γι’ αυτό και ΔΕΝ θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως απόλυτοι δείκτες εντοπισμού φαινομένων σχολικής βίας. Κάτι τέτοιο ενδέχεται να οδηγήσει σε ένταση των στερεοτύπων και προκαταλήψεων με αρνητικές συνέπειες για τη σχολική κοινότητα. Η τυποποίηση των μαθητών ως «θύματα» ή ως «νταήδες» μπορεί να στιγματίσει τα παιδιά και να απομακρύνει το σχολείο από την εφαρμογή ολιστικών προσεγγίσεων και στρατηγικών για την πρόληψη και αντιμετώπιση της σχολικής βίας και του εκφοβισμού.

(Πηγή: ¨Οδηγός Διαχείρισης Περιστατικών Σχολικής Βίας και Εκφοβισμού¨, Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, 2015)

Tα χαρακτηριστικά του δράστη σχολικού εκφοβισμού

Στις  περισσότερες  μελέτες,  οι  δράστες  σχολικού  εκφοβισμού αναφέρονται  ως  επιθετικοί και σκληροί,  με την επιθετικότητά τους να  διαφοροποιείται  ποιοτικά  από  την  συμπεριφορά  ενός  απλώς επιθετικού  συνομηλίκου τους διότι κατευθύνεται  προς συγκεκριμένα  άτομα με σκοπό τη  θυματοποιήσή  τους,  η  οποία και  προσφέρει  στον  δράστη  την ικανοποίηση που επιζητεί.
Είναι παρορμητικοί, χωρίς αισθήματα συμπόνιας και ενσυναίσθησης προς τα θύματά τους, δηλαδή, "δεν  έχουν  κανένα συναισθηματικό ενδιαφέρον  για  τους  άλλους" Rigby (2008).  Επίσης, είτε στερούνται  ευαισθησίας  και  επαρκούς  κοινωνικής  αντίληψης  ή είναι  άτομα  με  ανεπτυγμένη  κοινωνική  αντίληψη  που συμπεριφέρονται  εκφοβιστικά, έχοντας πλήρη συνείδηση τόσο των δυνατοτήτων τους, όσο και της βλάβης που προξενούν στο θύμα (Rigby 2008).

Οι Μenesini et all (2003) προσθέτουν ότι τα άτομα που ασκούν εκφοβιστική συμπεριφορά παρουσιάζουν στοιχεία  

ανεπάρκειας στην ηθική τους ανάπτυξη, στον τρόπο, δηλαδή, που αντιλαμβάνονται τις έννοιες του δικαίου και των 

συμπεριφορών που το συνοδεύουν, ενώ παράλληλα  χαρακτηρίζονται από  απουσία  του  αισθήματος ντροπής  και  της  αίσθησης  προσωπικής ευθύνης.

Οι σχολικές τους επιδόσεις παρουσιάζονται συνήθως χαμηλές, κάτω του μέσου όρου (Olweus,1994) και η μυϊκή δύναμη που διαθέτουν, η οποία και τους επιτρέπει να υπερτερούν σε επίπεδο φυσικής δύναμης έναντι των θυμάτων  τους, καθώς και στην αποδοχή τους ως ιδιαίτερα δημοφιλή άτομα μεταξύ των συμμαθητών τους.

Ταυτόχρονα, παρουσιάζουν έντονα προβλήματα συμπεριφοράς και σε άλλα  επίπεδα, πέραν της επιθετικότητας, που 

σχετίζονται με αδυναμία ομαλής δραστηριοποίησης και συνεργασίας στην ομάδα των συνομηλίκων, καθώς και 

υπερδραστηριότητα και νευρικότητα στις σχέσεις τους με τους άλλους. 

(Πηγή: ¨Ευρωπαΐκή Έρευνα για το Φαινόμενο του Σχολικού Εκφοβισμού¨, Το Χαμόγελο του Παιδιού, 2012)

Θα πρέπει, ωστόσο, να έχουμε υπόψη μας ότι ένα παιδί που εκφοβίζει μπορεί να έχει κάποιες αδυναμίες (π.χ. αδυναμία ελέγχου των παρορμήσεων, έλλειψη οριοθέτησης) ή να βιώνει έντονες αρνητικές καταστάσεις (π.χ. προβλήματα στο σπίτι, απώλειες, αίσθημα ότι είναι ανεπιθύμητος/-τη), ή μη ικανοποίηση των δικών του αναγκών (π.χ. αδιαφορία, έλλειψη σταθερής σχέσης με κάποιο άτομο-γονέα/κηδεμόνα, που να του προσφέρει ασφάλεια και εγγύτητα).

(Πηγή: ¨Οδηγός Διαχείρισης Περιστατικών Σχολικής Βίας και Εκφοβισμού¨, Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, 2015)

                       

Tα χαρακτηριστικά του αποδέκτη σχολικού εκφοβισμού

Οι μαθητές/μαθήτριες με διαφορετικά χαρακτηριστικά και εμφάνιση (π.χ. βάρος, ύψος, χρώμα δέρματος, μαλλιών, προβλήματα όρασης, τρόπος ομιλίας) από την πλειονότητα του μαθητικού συνόλου ή και εξαιτίας της οικογενειακής τους κατάστασης (π.χ. μονογονεϊκή οικογένεια, διαζύγιο, ορφάνια) έχουν αυξημένες πιθανότητες να γίνουν στόχος περιστατικών σχολικής βίας ή εκφοβισμού από άλλους μαθητές/μαθήτριες. Επιπλέον, «θύματα» εκφοβισμού μπορεί να είναι μαθητές/μαθήτριες που, αν και δε διαφέρουν από την πλειονότητα, απλώς ανήκουν τη δεδομένη στιγμή σε πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες από τους εκφοβιστές ή δεν έχουν υψηλή δημοτικότητα ή και κοινωνικότητα μεταξύ των συμμαθητών τους.

Τα κορίτσια μπορεί να βρεθούν σε αυξημένο κίνδυνο θυματοποίησης εξαιτίας του φύλου τους. Η σεξουαλική παρενόχληση μαθητριών από συνομήλικα αγόρια συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ανάγκη επιβεβαίωσης της υπεροχής τους ως αρσενικά και την αποδοχή από τον κύκλο των συνομηλίκων τους, ενώ ενδεχομένως να συνδέεται και με τις αναπαραστάσεις που υιοθετούν από την οικογένεια σχετικά με τον ρόλο των δύο φύλων.

Μαθητές/μαθήτριες με αναπηρίες, ή με προβλήματα υγείας, ή με μαθησιακές δυσκολίες μπορεί, επίσης, να αποτελέσουν στόχο των «νταήδων» ή των υπόλοιπων μαθητών/μαθητριών. Άλλες ευάλωτες ομάδες θυμάτων είναι οι μαθητές/μαθήτριες διαφορετικών εθνικοτήτων, γλωσσικών ή πολιτισμικών μειονοτήτων. Τα παιδιά αυτά βιώνουν συνήθως διακρίσεις και κοινωνική απομόνωση. Επιπλέον, στόχοι σχολικής βίας και εκφοβισμού αποτελούν οι μαθητές/μαθήτριες με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, που μπορεί ακόμα και να κακοποιηθούν σωματικά από συνομήλικούς τους.

(Πηγή: ¨Οδηγός Διαχείρισης Περιστατικών Σχολικής Βίας και Εκφοβισμού¨, Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου – Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, 2015)

Το οικογενειακό περιβάλλον και οι σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών εμφανίζονται επίσης να συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με την πιθανότητα θυματοποίησης του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον. Σχετική έρευνα των Cowie, Boulton και Smith (1992) συσχετίζει τον βαθμό εξάρτησης ενός παιδιού από τους γονείς με τις πιθανότητες για θυματοποίησή του.

Οι Kumpulainen et al. (1996) έχουν υποστηρίξει ότι τα θύματα σχολικού εκφοβισμού παρουσιάζουν προβλήματα τόσο εξωτερικευμένα όσο και εσωτερικευμένα. Πρόκειται, τις περισσότερες φορές, για παιδιά εσωστρεφή, ήσυχα και ευαίσθητα, που δεν εμφανίζουν προκλητική ή επιθετική συμπεριφορά που να δικαιολογεί τις επιθέσεις που δέχονται, καθώς και τη θυματοποίησή τους. Χαρακτηρίζονται, επίσης, ως μοναχικά άτομα, με ελλιπείς δεξιότητες επικοινωνίας και επίλυσης προβλημάτων.

(Πηγή: ¨Ευρωπαΐκή Έρευνα για το Φαινόμενο του Σχολικού Εκφοβισμού¨, Το Χαμόγελο του Παιδιού, 2012)